Ο Κύκλος των Χαμένων Κορμιών

Τρίτη 28 Απριλίου 2009

creep.

Μιας και είμαστε στα τελευταία μας, με αποτέλειωσε μάλλον και το soundtrack του ταξιδιού, βλέπετε εξηγούσε πόσο καθίκι και παραξενιάρης είμαι..

Γυρίζουμε, και δεν μιλάμε ο ένας στον άλλον...βασικά ούτε καν κοιτιόμαστε. Τον έχω αφήσει να οδηγάει τον γερμανό μου, και μείναμε στο περίφημο, «εγώ το αμάξι και ο ορίζοντας». Οι τελευταίες 2 ώρες ήταν πολύ βαρετές. Τι να τον κάνω τον μαλάκα, τελευταία τον τρώω συνέχεια στην μάπα. Μία το λονδίνο, μία η θεσσαλονίκη, λέει συνεχώς και τα αστεία του, άνθρωπος είμαι και εγώ και τον βαρέθηκα. Όχι πως κι ο Βαγγελάκης με άντεχε. Είμαι και εγώ ένας μαλάκας.. αλλά αλλη φορά. Επιτέλους φτάσαμε. Τον αφήνω σπίτι του και χαιρετιόμαστε, τον ευχαριστώ και ξεκινάω. Ήταν μεγάλη χάρη να έρθει μαζί μου, δεν μπορώ να μην του το αναγνωρίσω.

Ξεκινώντας, είχαμε ψιλοξενερώσει και οι δύο. Βασικά ο βαγγέλης ήταν πολύ κουρασμένος, τώρα είχε και μένα που κλαιγόμουνα.. τον καταλαβαίνω. Μιας και ξεκινήσαμε βράδυ, έπρεπε ο ένας να κάνει παρέα στον άλλον. Αν και η ώρα ήταν δύσκολη, εγώ είχα άπειρη όρεξη για κουβέντα. Και όχι απλή κουβέντα. Ο συνοδοιπόρος, όφειλε να μου εξηγει πως εγώ ήμουν ο σωστός, πως είχα δίκιο με αυτήν την συμπεριφορά. Στην συγκεκριμένη κουβέντα, εκτέλεσε το χρέος του, αν και δεν είχα αντικειμενικό δίκιο.

«Που είσαι ρε μαλάκα? Τι ώρα ξεκινάμε.. θα πάει δέκα σε λίγο μην το αργήσουμε.»
«Τι έγινε ρε φίλε? Εντάξει? Ξελάφρωσες? Γυρίζουμε??εγώ εδώ, έκανα φίλους δυο τσακαλάκια σαλονικιούς!»
«Γυρίζουμε ρε και στα εξηγώ στον δρόμο. Σε είκοσι λεπτά, να ΄σαι καμάρα»

Μιας και είχε αρχίσει να νυχτνώνει, έπρεπε να πάρω αποφάσεις. Είχα τον βαγγελάκη να με περιμένει σε ένα ύποπτο μαγαζί, με κάτι ύποπτους τύπους, όποτε έπρεπε και αυτόν, κάποιος να τον ενημερώσει. Κοιτώντας το μαγαζί, όλα μου φάνηκαν γκρίζα. Σαν να πήρα ένα αντιLSD κάπως. (για όποιον αμφισβητεί την ύπαρξη αυτής της νέας αντιψυχεδελικής ουσίας, δεν έχει παρά να με ρωτήσει.) οι φωνές σταμάτησαν να ακούγονται και ένα πράγμα με ενδιέφερε. Τι ακριβώς να πω. Πράγμα διόλου έυκολο μιας και είμαι ήμουν – και μάλλον θα είμαι – ο μαλάκας στην όλη ιστορία. Ζυγίζω τα πράγματα, παίρνω το ύφος του καλού παιδιού, και ξεκινάω την ιστορία μου.

Έξι και δέκα ακριβώς. Λίγα νευράκια κλασσικά, περιμένω στο σημείο που είπαμε. Έξω από τα everest, τσιμισκή και κούσκουρα γωνία. Κάποιος σαν να άργησε παραμιλώ, αλλά η φιγούρα μιας κοντής κοπέλας, με μακρία καστανά μαλλιά με ηρεμεί αμέσως. Τα νεύρα της αναμονής γρήγορα γίνονται χαμόγελο, και αυτό εν πολλοίς δείχνει και το μέγεθος της προσμονής μου. Τα πρώτα λόγια ήταν και τα πιο δύσκολα. Τα σημεία που βρίσκεις για να κρατηθείς, οι δικαιολογίες που λες, για να μην εκτεθείς,από το πρώτο κιόλας δευτερόλεπτο. Χαμόγελα εκατέρωθεν,- δείγματα αμφιβολίας για την ποιότητα της πράξεως μας- και ξεκινάμε για το μαγαζί. Ένα γλυκό μπαράκι, επί της αριστοτέλους, ελαφρώς γλυκανάλατο, αλλά για την κουβέντα και τη σημασία του καφέ, ότι πρέπει.

Στις τέσσερις το μεσημέρι, περάσαμε τον πλαταμώνα. Είχαμε σχεδιάσει να κάτσουμε και κάπου να φάμε, αλλά καθυστερήσαμε να ξεκινήσουμε οπότε είπαμε να πάμε κατευθείαν στην όμορφη θεσσαλονίκη και να φάμε πουθενά εκεί. Είχε πλάκα εκείνη η ώρα. Είμασταν και οι δύο χαρούμενοι, λέγαμε συνεχώς μαλακίες, ανέκδοτα που παραδόξως φαινόντουσαν αστεία, επιβραβεύαμε πανηγυρικά την ωραία μας σχέση! Μας θυμίζαμε ένα μείγμα «ηλήθιου και πανηλήθιου» μαζί με τον Sal Paradise,τον ξοητευτικό τυχοδιώκτη στο μυθιστόρημα του Κέρουακ. Όλα αυτά μαζι, κάναν τον πηγεμό πολύ άνετο. Ουτε που το καταλάβαμε για πότε φτάσαμε. Εντωμεταξύ είχε και ο βαγγελάκης τα άγχοι του, οπότε το ταξίδι αυτό, είχε και πολλούς άλλους ρόλους από το να την πέσω στην κοπέλα που μάλλον με έχει στοιχειώσει. Μην τα πολυλογώ, φτάσαμε.

Το τελευταίο μήνυμα ήταν χάλια. Με έκανε κουρέλι. Δεν το πολυσκέφτηκα. Αρπάζω το τηλέφωνο, δεν ήθελα παραπάνω σκέψη.

«τι θες ρε κουρέλι?»
«τι να θέλω ρε τρελέ... να πάμε θεσσαλονίκη. Έχουν γίνει πράγματα, δεν γίνεται να μην πάμε. Είναι μάλλον η τελευταία φορά που θα σου μιλήσω σοβαρά οπότε πρέπει να πάμε. Και στην τελική, πες μου εναν σοβαρό λόγο να μην πάμε. Ρε μαλάκα!!! Το μπουμπούκι ρε μαλάκα, το μπουμπουκάκι μου!»
«πάμε...»

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ ωραία τα λες κι ας μην πολυκαταλαβαίνω... Πάντως έχεις ένα θέμα με τα μπουμπουκάκια εσυ... Αντε τα λέμε, φιλιά. Νάντια

Ανώνυμος είπε...

den mou arese kai polu auto pou diavasa ....pisteuw sta poihmata eisai polu kaluteros....eidika otan emneesai apo kati kai oxi otan grafeis kati pou den se aggizei mesa sou......fainetai pote einai to ena kai pote to allo....perimenw loipon ena neo poihma.....ti sto kalo kalokairaki epiase....den se aggi3e???

theoulis είπε...

den exeis k adiko... iposxome loipon
se ena neo poihma.. :)
filia!

Ανώνυμος είπε...

akoma perimenoume neo poihma.........