Ο Κύκλος των Χαμένων Κορμιών

Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Till Death do us Unite

Έφτιαξα μια τρομαχτική playlist στο real player να παίζει από floyd μέχρι τσιτσάνη, emtombed μέχρι simon & garfunkel, ημισκούμπρια και λίγο coheed and cambria και άναψα το καντηλάκι σου. Πάντα ανατριχιάζω με το τρίξιμο της μεταλλικής βάσης πάνω στο μάρμαρο, αλλά απόψε πήγαινα γυρεύοντας. Βέβαια, με την πρώτη μπουκιά στη μπαγκέτα έπεσε πια πυχτή χλαπάτσα από μαγιονέζα και τονοσαλάτα πάνω στο μνήμα και λίγο στο δεξί μπατζάκι του παντελονιού μου και μέχρι να τα σκουπίσω, το μυαλό μου ξέφυγε λίγο από τους φόβους μου για κάτι σκιές που κουνιόσανται πίσω μου. Γύριζα κάθε λίγο να κοιτάζω, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου (όχι αυτόν -τον εαυτό- που είναι καλλιτέχνης, γοητευτικός και μυστηριώδης, αλλά τον άλλον, τον σκοτεινό, τον αναποφάσιστο, τον φοβιτσιάρη, τον μίζερο, τον γκρινιάρη!) ότι ήμουν μόνος.. τουλάχιστον ο μόνος που κουνιέται.. και όσο μόνος μπορεί να νιώθει κανείς ανάμεσα σε τάφους. Ανάμεσα στους νεκρούς. Μπουουουουου.. χε χε. Το γέλιο μου κόπηκε απότομα χάρη σε μερικούς παράξενους ήχους που ερχόσανται από κάτι ψηλές φυλλωσιές στα αριστερά μου. Ρίχνοντας πλάγιες ματιές αριστερά και πίσω μου, έβηξα κοφτά, έξησα το παπάρι μου (για να αγριέψω λίγο), έφτυσα κ μια χλέπα (γιατί κάτι πουράκια που έκανα το περασμένο βράδυ μου γαμήσανε το λαιμό), και σήκωσα το ποτιστήρι να σου ποτίσω τα λουλούδια. Μπορεί να σου έκοψα το λαρύγγι, να σε έσυρα στον τάφο, αλλά τα λουλούδια είναι λουλούδια πως να το κάνουμε. Είναι το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για σένα. Αλλά και το νεκρό κορμάκι σου, το είχα αλείψει με μύρα και ευωδιαστό λεμονάκι, με βασιλικό και μυρωδικά. Κανέλα και λουλούδια. Πολλά λουλούδια. Για να μοσχοβολάς ανάμεσα στα σκουλίκια και στα φίδια που θα σε ζώνουν και θα τσιμπάνε μπουκίτσες απ'το προσωπάκι σου. Με το χτύπημα της καμπάνας, χέστηκα πάνω μου και σκόνταψα σε ένα παιδικό πλαστικό φορτηγάκι. "Πως σκατά βρέθηκε αυτό εδώ πέρα;" Έφτυσα κ μερικές βρισιές για να νιώσω περισσότερο άντρας μπας κ ξεχαστώ απ'τους θορύβους που ακούγονταν στους θάμνους αλλά μάταια. Οι ήχοι είχαν αρχίσει να γίνονται πιο οξείς, σχεδόν παρατεταμένοι, με παύσεις. Βήματα. Και σύρσιμο. Πια ακούγονταν καθαρά. Πάνω στα χαλίκια άκουγες βήματα, αργά και βαριεστημένα. Παρακαλούσα να πεταχτεί επιτέλους η τρομαχτικιά πράσινη φιγούρα με τα κόκκινα μάτια και να τελιώσει με το ουρλιαχτό μου αυτός ο εφιάλτης.
Μα πριν η καρδιά μου σπάσει, πριν χάσω το φως και τη μιλιά μου, πριν χαθώ για πάντα και μείνω με κενό βλέμμα, πριν το σώμα μου φτύσει την ψυχή μου, πίσω απ'τους θάμνους πετάχτηκε ο παγωτατζής με την άσπρη ποδιά του και πίσω του να σέρνει την καροτσούλα με τα παγωτά. "Ω το μουνί που σε πέταγε μπάσταρδε!", "με κοψοχώλιασες!". Μου ζήτησε συγγνώμη και τον πλησίασα. -"Παγωτό φυστίκι έχεις;" -"Ναι, έχω.", είπε και μου έσκασε ένα χαμόγελο, που απεκάλυπτε τα σάπια δόντια του. -"Μαλακία δεν είναι; Αναρωτιέμαι πως την τρώνε αυτή την αηδία. Μόνο σε κείνη την καργιόλα άρεσαν κάτι τέτοια. Anyway. Τι άλλες γεύσεις έχεις;". -"Να σου βάλω σοκολάτα και μπανάνα;". -"Ναι, βάλε απ'αυτό".
Ο παγωτατζής έφυγε και άραξα ήσυχος πάνω στον τάφο να φάω το παγωτό μου. Όταν η πρώτη κουταλιά συνάντησε τη γλώσσα μου και μετά τον ουρανίσκο μου, αναπήδησα από έκπληξη και από αηδία όταν κατάλαβα τι έτρωγα... Έτρεξα προς την μεριά που είχε φύγει ο καργιόλης αλλά μόνο μια ελαφριά μυρωδιά λεμονιού και βασιλικού πότιζε τον αέρα. Λεμονάκι και ερημιά.
Εκείνος ο εαυτός μου ο σκοτεινός, ο ντροπαλός, ο χαζούλης, ο μίζερος και φοβιτσιάρης, αφού πιπίλισε το κουταλάκι από το παγωτό-φυστίκι που είχε δοκιμάσει, γονάτισε κάτω, λύγισε το κορμί του, κυλίστηκε λίγο στο χώμα και δάκρυσε σιωπηλά. Ο άλλος, ο όμορφος και μοιραίος, ο γοητευτικός και καλλιτέχνης, έρηξε μια κοροϊδευτική ματιά στον πρώτο, πήρε βαθειά ανάσα και ρούφηξε βαθιά απ'τα πλεμόνια του μια πυχτή μύξα, την έφερε στο στόμα και αφού την έκανε 2-3 γαργάρες, την έφτυσε μακρυά. Έξησε το παπάρι του, το ίσιωσε, δάγκωσε λίγη σοκολάτα απ'το παγωτό του και άρχισε να απομακρύνεται.