
Ήμουν με ένα φίλο τις προάλλες, εκεί σε ένα παγκάκι στη Φιλοθέη. Δεν μπορώ να πω ότι από την αρχή με ενθουσίαζε εκείνο το μέρος, αλλά τελικά μου άρεσε.. (εκεί, τα αρχίδια-κάτοικοι έχουν φτιάξει έναν πραγματικό λαβύρινθο. Οι δρόμοι είναι λες και δεν είσαι από Αθήνα, μπερδεμένοι, με 2 εισόδους και 3 εξόδους από και προς την ευρύτερη περιοχή της Φιλοθέης. Προσπαθούν να σε αποθαρρύνουν από ότι συμπεραίνω να πλησιάσεις την ελιτιστική περιοχή τους.) Γυρίζοντας στα δικά μας , αυτά τα παράξενα και τα καμένα , εκείνο το παγκάκι με κέρδισε, με την ησυχία του , με τις φθηνές περιπτερίσιες μπύρες, και με το γλυκό κρύο που σε περιβάλλει. Ειδικά όταν μιλάς για πολιτικό-φιλοσοφικά θέματα είναι ωραίο. Όταν μιλάς για γυναίκες πάλι είναι λίγο τσουχτερό.
Ο φίλος μου ο Σταύρος τρελαίνεται για εκείνο το παγκάκι. Πηγαίνει συχνά ο πούστης.. Και σήμερα, άμα δεν είχα την παρουσίαση μιας κολοεργασίας μάλλον εκεί θα τη βγάζαμε..Εκεί λοιπόν, μια μέρα είχαμε πιάσει μια ωραία κουβέντα για πολιτικά. Για ψευτοαναρχικά που λέει και ο Alexinho. Ήταν και ένας άλλος στη κουβέντα, ο Βασίλης. Ολυμπιακάκιας. Αλλά φιλοσοφημένος τύπος.
Τις προάλλες ήμουν Χαλκιδική. Και την Νατάσσα είδα που τελικά δεν είχε θυμώσει και τόσο, και την Μαρία είδα η οποία έχει θυμώσει πολύ, και τους φίλους μου είδα. Οι φίλοι μου δεν χρειάζονται σχόλια. Οι φίλοι μου ευτυχώς δεν είχαν θυμώσει ούτε και είχαν παράπονο… Γυρίζοντας, σκέφτηκα –τι άλλο??- την σχολή. Το θέμα για τις γυναίκες δεν χρειάζεται να πω ότι το σκέφτηκα, το θεωρώ ήδη κουραστικό. Για καλή μου τύχη έχω μια παράξενη συμπάθεια για αυτήν την σχόλη. Το μεγάλο ερωτηματικό είναι αν αυτή την συμπάθεια μπορώ να την μετουσιώσω σε διάβασμα, σε ώρες μελέτης και ασχολίας, σε ώρες πραγματικά παραγωγικές.. Το ότι κολοτρίβομαι στη σχολή, ναι, όντως κολοτρίβομαι. Ελπίζω να φτάνει αυτό… ή, έστω λίγο παραπάνω.
Υ.σ.: Το θέμα ήταν ιστορία. Μην περιμένετε να διαβάσετε κάποια σοβαρή υπόθεση, απλά έκανα περιγραφή κάποιων γεγονότων που μου άρεσαν.. Αν πάντως θέλετε υπόθεση, διαβάστε αυτό :
«ήταν μια μέρα ένας βρικόλακας και σκάει σε ένα μπαρ. Λέει στον μπάρμαν , ένα ποτηράκι αίμα παρακαλώ. Τον σερβίρει ο μπάρμαν. Την άλλη μέρα πάλι το ίδιο. Ένα ποτηράκι αίμα παρακαλώ. Τον ξανασερβίρει ο μπάρμαν. Αυτό γινόταν για μέρες, ώσπου μία βραδιά σκάει ο βρικόλακας στο μπαρ και λέει..
-ένα ποτήρι ζεστό νερό, και ένα ταμπόν παρακαλώ.
-αμέσως, αλλά τι τα θέλετε αυτά?
-ε να, τίποτα μωρέ, αλλά είμαι λίγο άρρωστος τελευταία και είπα να πιώ ένα τσαγάκι….»