-Μαμά, κοίτα τι ωραία που πετάνε τα πουλάκια. Και τι ωραία που κελαηδάνε...
-Είναι κοράκια. Και γύπες. Αρπακτικά. Τον επίφειό σου ψέλνουν. Για σένα ήρθαν.
-Για μένα;
-Ναι. Ήρθαν να τσακίσουν το κορμάκι σου και να χώσουν τα νύχια τους στο δέρμα σου. Να σου ξεσκίσουν τα σωθικά και από αυτά να σε σέρνουν μέχρι τα τάρταρα, στης Κόλασης τα βάθη.
-Τι είναι εκέι μαμά;
-Εκεί δεν ανατέλλει ο ήλιος, και όλα είναι σκοτεινά.
-Θα έρθεις και συ;
-Και εγώ και όλοι μας.
-Ωραία, γιατί φοβάμαι μόνος μου. Πιο πολύ φοβάμαι να είμαι μόνος μου. Όχι τόσο το σκοτάδι. Αλλά άμα είσαι και συ δε φοβάμαι. Μαμά, εκεί που θα πάμε θα έχει χώρο να κάνω ποδήλατο;
-Όσο χώρο θες καλέ μου.
-Ναιαι! Επιτέλους.. Εδώ πέρα με τόσα αυτοκίνητα ούτε να περπατήσουμε δε μπορούμε. Και στην πλατεία παίζουν όλο τα μεγάλα παιδιά και δε μας αφήνουν. Μαμά, να πω και στο Δημήτρη να έρθει;
-Θα τον πάρουμε τηλέφωνο το απόγευμα. Άσε που μπορεί να έχει φτάσει ήδη...
-Πω πω, δε μπορώ να περιμένω !
Ο Κύκλος των Χαμένων Κορμιών
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)