«Μία ήσυχη βραδιά, ένα ωραίο καλοκαίρι. Μία φτηνή μπύρα, και κανά τσιγάρο για παρέα.» πάνω κάτω όσα θα ΄θελες να ξέρεις για εκείνην την νύχτα. Μιας που δεν δείνω άλλες πληροφορίες, η φαντασία σου θα είναι χρήσιμη. Κατεβαίνω που λες από το σπίτι του παναγιώτη, και περιμένω την liz, για να πάμε στο μαγαζί. Στα τέλη του τσιγάρου μου, βλέπω την όμορφη liz να με κοιτάει απο μακριά, γλέιφοντας ένα παγωτό, και προσέχοντας να μην λερώσει το φουστάνι που αγόρασε το ίδιο απόγευμα.
«che cosa stai aspettando?»
«appena tu..»
λίγα ιταλικά ήταν ότι όλο κι όλο είχα μάθει μετά από 1 μήνα παραμονής μου. Τέλος και η μπύρα. Με πιάνει από το χέρι, και πάμε. Παράξενο συναίσθημα. Μόλις εκείνην την ώρα ένοιωσα δικός τους. Έπειτα από ένα μήνα, έμαθα τα κατατόπια, είχα δυο τρεις φίλους, και όπως κάποιος έλεγε, θα μπορούσα να κατατοπίσω έναν τουρίστα. Ο παναγιώτης έπαιξε σημαντικό ρόλο. Στην αρχή, μου μάθαινε ιταλικά, έπειτα μου γνώρισε την liz, και τέλος, μου έδεινε το σπίτι του. Μια χαρά δηλαδή. Καλοκαίρι, διαφορετικό από τα άλλα. Αντι για παραλία, έβλεπα κάθε μέρα έναν καθεδρικό, κ έπινα τον εσπρέσσο μου από τον luca έναν τρελό καφετζή στη πλατεία. Όποτε προλάβαινε ο παναγιώτης πηγαίναμε στο μαγαζί. Το μαγαζί δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, αλλά είχε μια καταπληκτική αυλή που την έπεφταν ιταλοί και τουρίστες που είχαν ξεμείνει στην πόλη κατακαλόκαιρο. Έτσι λοιπόν, έπειτα από ένα ακόμα τσιγάρο, και με την liz να έχει τελειώσει το παγωτό της φτάσαμε μέσα. Ο παναγιώτης μας περίμενε μέσα στο τελευταίο τραπέζι, με ένα ποτό σχεδόν άδειο.
«γιατί άργησες ρε μαλάκα..?»
«τι να σου λέω ρε τρελέ. Η liz με έστεισε μισή ώρα.»
«ciao Panos, come stai? scusami perche siamo ritardati,era mio falzo»
H liz ήξερε μάλλον κανά δυο ελληνικά αλλα δεν μπορούσα να της πω τίποτα. Είμουν πεπεισμένος πια οτι την γουστάρω, και έτσι, ότι και να έλεγα θα μου φαινόνταν βλακεία. Μείναμε όλο το βραδύ εκεί. Ήπιαμε πολλά ποτά, ώσπου ήρθε η ώρα να φύγουμε. Ο παναγιώτης μου κανε πλάτες και έτσι βρήκε μια δικαιολογία για να φύγει νωρίτερα. Μέιναμε μόνοι μας. Εγώ αυτή, και ένας μπολονέζος που από μέσα μου έβριζα. Η liz γελούσε με αυτόν. Βασικά γελούσε με τα αστεία του, και όσο πιο πολύ γελούσε τόσο πιο πολύ ήθελα να τον σκοτώσω. Ήταν χαβαλές, και ύπο άλλες συνθήκες, θα τον συμπαθούσα. Εκείνην όμως την νύχτα, τον μισούσα. Ήταν τόσο ‘αδικο. Όλο το βράδυ προσπαθούσα. Καθόμουνα και την κοιτούσα σαν να είναι άγγελος. Με τόση φροντίδα και δέος, που αναρωτιόμουν αν ποτέ, είμουν τέτοιος φλούφλης. Στο γυρισμό, και με τον μπολονέζο να έχει φύγει, την πήγα σπίτι της. Ήταν η ώρα μου. Μέτρησα ότι ήταν να μετρήσω, τις ώρες τα λεπτά, τα μέτρα , τα ματάκια της, τα δαχτυλάκια της, και βρήκα το κουράγιο να μιλήσω. Και της το είπα.
«liz, ho passato molto tempo pensando,e voglio domandarti come ti mostrava se saremmo insieme xome una coppia? scusami per gli miei italiani forse e dallo stress, penso xhe sia inammorato con te, ongi giorno che passa in Bologna ti inammoro veramente di piu!»
Το πρωινό με βρήκε όπως με βρήκε το βράδυ. Με ένα τσιγάρο και μία φτηνή μπύρα.
Ο Κύκλος των Χαμένων Κορμιών
Κυριακή 5 Απριλίου 2009
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)