Ο Κύκλος των Χαμένων Κορμιών

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

"με το μηδέν και το άπειρο να συμφιλιωθούμε"

Σε φοβάμαι απόψε, γιατί φοράς χρώματα απόψε, και κάτι τρέχει με τα μαλλιά σου. Σε φοβάμαι.. Και η μύτη μου τρέχει τις κυριακές, μύξες παπουτσωμένες, φιόγκιοι και κορδέλες, διόσμος και κανέλα, σ'έψαξα, σε βρήκα, σε χάνω..
Κάτσε.. ηρέμησε και κάτσε δίπλα μου. Κάτι μου χρωστάς απόψε. Τύμπανα ακούω και φωνές, καρδούλες κ πεταλουδίτσες, χαμομήλι, φασκόμυλο, βασιλικός. Χτες ήταν, θυμάμαι.. και οι Αθηναίοι βγαίνουν απ'τις φωλιές τους και αύριο φεύγεις.. και αλήθεια, που εκβάλει η Ακαδημίας? Όνειρο ήτανε θυμάμαι, όλοι βγαίναν από στοές και κατακόμβες και βγαίνανε στο φως και ανακατευόσαντε και όλα ήταν ωραία και όλα ήταν γιορτή.
Πριν φύγεις πρέπει να μου ξεπληρώσεις..γιατί μου χρωστάς.. που αδειάζει η Ακαδημίας ψυχή μου? και ποιος βάφει τα μάτια σου? από που έρχονται τα όνειρα, τι είναι η προσευχή? πριν φύγεις και χαθείς θέλω μόνο να μου πεις.. θέλω να με κοιτάξεις στα μάτια και να με πείσεις ότι ο κόσμος απ΄το Μηδέν ξεκίνησε και ότι μια Δύναμη μεγάλη και τρομερή στο Μηδέν τον σπρώχνει πάλι. Πιάσε το χέρι μου και καθησύχασέ με.. μίλησέ μου για τα Πράγματα και πες μου ότι είναι στη θέση τους και ότι καλώς πορεύονται. Στο Μηδέν.. Προς τα κει που ήρθαν πορεύονται εν χορώ, και μια Δύναμη μεγάλη και ανίκητη τα σέρνει και τα πάει. Η ίδια δύναμη εκείνη που κοκκινίζει τα μάγουλά σου και σε κάνει να ανατριχιάζεις. Εκείνη η δύναμη που σε έφερε και εδώ απόψε.. απλά γιατί δε θα μπορούσες να είσαι κάπου αλλού. Και αλήθεια..δε θα μπορούσες να είσαι κάπου αλλού.
Φύγε τώρα και κλείσε με δύναμη την πόρτα πίσω σου, μη γυρίσεις να με κοιτάξεις παρά μόνο για να με βρίσεις και να μου φτύσεις κατάρες και βρωμόλογα.. Γκρέμισέ με από την κορυφή της σκάλας και μην κοιτάς πίσω, βρίσε με, φύγε.. Κλείσε μου με δύναμη τα δάχτυλα μέσα στο πιάνο και πες μου λόγια φριχτά. Αυτή η χάρη σου ζητώ απόψε και δε θα σε ξαναενοχλήσω..
..γιατί ξέρεις τι? γιατί είδα την Ακαδημίας να αδειάζει στην Πλάκα, φίδι πελώριο, ποτάμι ανήμερο που ξεχυνόταν και παρέσερνε τα πάντα.. θυμάσαι? η Θεμιστοκλέους συναντούσε τη Σκουφά και μαζί ανεβαίνανε στην Πνύκα και ξεχυνόσαντε, φίδι μεθυσμένο, ανώμαλο.. θυμήσου. Είδα της Πειραιώς τα φώτα να φωτίζουν την Αλεξάνδρας και των Εξαρχείων τα παγκάκια να ανεβαίνουν την Κηφισσίας. Είδα τους ανθρώπους να βγαίνουν απ'τις φωλιές τους, θυμήσου.. Είδα τους φίλους μου να γράφουνε ποιήματα τα βράδυα και να ξετρυπώνουνε, θυμήσου!
..γιατί είμαστε τα πρόσωπα στην άμμο και οι φωνές μέσα στη νύχτα.. θυμάμαι.