
Σκοτάδι. Τι περίμενες? Φωτάκια? Τον ήλιο? Φυστικοβούτυρο? Το κογιότ ίσως? Σερπαντίνες? Οδοντόπαστα? Αντισυληπτικά? Τη Ντόρα τη μικρή εξερευνήτρια? Τη μικρή Νεφέλη μήπως, να χώνει μέσα της κανα καρβέλι? Σκοτάδι. Η διαδρομή προς το διακόπτη για το φως μοιάζει ατέλειωτη και οι τρίχες σου σηκώνονται και σε γαργαλάει λίγο ο λαιμός σου. Άμα τύχει και δεν τον βρεις με την πρώτη, τότε η καρδιά σου αρχίζει να χτυπάει πιο δυνατά και νιώθεις το στόμα σου στεγνό. Και άμα τύχει να πέσεις και πάνω σε τίποτα, τότε κάνεις το σταυρό σου και κάνεις μια γρήγορη προσευχή αυτό το κάτι να μην είναι τριχωτό με σουβλερούς κυνόδοντες, ή τουλάχιστον να μην είναι πεινασμένο. Γιατί μέσα στο σκοτάδι όλα γίνονται. Και πριν το καταλάβεις, μπορείς να βρεθείς στα πιο απίστευτα μέρη με τα πιο απίστευτα πλάσματα.
Και γω έτσι την έπαθα. Είχα πιει μόνο τρία ποτηράκια. Τίποτα παραπάνω. Υπόσχεση.
Νομίζω ήταν τέσσερεις τα ξημερώματα. Ίσως και λίγο αργότερα. Και μόλις είχα σηκώσει το κεφάλι μου απ'το σαλιωμένο πληκτρολόγιο, πάνω στο οποίο με είχε πάρει ο ύπνος όσο περίμενα να κατέβει η δισκογραφία των Morbid Angel -εντάξει, και το Suck, Fuck, Swallow 2 με την Jesse Jane, είναι έρωτας η κοπέλα, τι να κάνω? Σήκωσα το τομάρι μου για να πάω για κατούρημα και προς μεγάλη μου έκπληξη δεν βρήκα την τουαλλέτα. Στη θέση της ήταν μια ξύλινη πόρτα. Μόλις κατάφερα να μαζέψω τα σκατά μου που πλέον είχαν τρέξει μέχρι τις κάλτσες μου, έδωσα μια δυνατή σφαλιάρα στο κεφάλι μου και μου είπα : "Κομμένα τα ηλεκτρονικά και τα ουίσκια για μια βδομάδα, έχει σαπίσει το κεφάλι σου." Έλα όμως που δεν έφταιγε το κεφάλι μου.. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα σε μια αυλή. Μέσα από τα σκοτάδια διέκρινα στρωμένες πέτρες στο πάτωμα και κάτι κήπους με φυτά και μαλακίες. Πριν προλάβω να κάνω βήμα, εμφανίστηκε δίπλα μου μια φιγούρα σκοτεινή, μεγάλη.. Είχε τρίχες αλλά ευτυχώς όχι σουβλερά δόντια. Συγκεκριμένα μούσι.. μακρύ μούσι.. Και ράσα. Η τρομάρα μου με είχε κοκαλώσει. Δε μπορούσα να κουνήσω παρά τα μάτια μου, που είχαν καρφωθεί στην επιβλητική φιγούρα. Μου χαμογέλασε. -Πάμε Βαγγέλη, μου κάνει. Και με πιάνει απ'το μπράτσο. -Η μηλιά μου δεν είχε επανέλθει αλλά ούτε και τα αντανακλαστικά μου και έτσι τον ακολούθησα πάνω σε μια πέτρινη σκάλα και μετά σε ένα δωματιάκι, όπου με κάθησε σε ένα σκαμνί και μπροστά μου μια τεράστια εικόνα της Παναγίας. Άναψε ένα κεράκι, το οποίο άπλωσε τεράστιες σκιές στους τοίχους και διάβασε μια προσευχή. Μετά είπε με τη βαριά αλλά ήρεμη φωνή του: -Τι έχεις να μας πεις Βαγγελάκη? Ήσουν καλό παιδί? Του κάνω: -Γιατί? Άμα δεν ήμουν θα πεις του Αϊ Βασίλη να μη μου φέρει δώρο? Δεν του άρεσε το αστείο μου και μου εξήγησε πως ήρθε να με εξομολογήσει και ότι βρισκόμουν απέναντι στον Θεό και έπρεπε να του πω τις αμαρτίες μου για να συγχωρεθούν. -Ωραία... του κάνω. -Λετ μη ση... -Παπούλη πιάνεται για αμαρτία που είχα ρευτεί πάνω απ'το πιάτο της αδερφής μου για να σιχαθεί και να της φάω το γλυκό της? -Ευάγγελε, σοβαρέψου. Κατ'αρχήν, έχεις διαπράξει σαρκικά αμαρτήματα? -Τι εννοείς παππούλη? -Άμα τον παίζω?, τον ρώτησα -Μίλα πιο όμορφα, παρατήρησε ο παπάς. -Αυνανίζεσαι λοιπόν? -Ε ρε παπούλη, τι θες να κάνω άμα βαριέμαι και δεν έχει και μπαταρίες το PSP? -Προσευχή να κάνεις! Προσευχή! -ΟΚ, θα κάνω προσευχή. Παρακάτω.. -Αυτό που κάνεις θα σου χαλάσει τα μάτια και μπορεί να τυφλωθείς κιόλας. Άσε που θα φυτρώσουν και τρίχες στην παλάμη σου. -Η αλήθεια είναι ότι τώρα τελευταία δεν βλέπω καλά στον πίνακα.. -Είδες λοιπόν? -Αλλά και ούτε στον Θεό αρέσει αυτή η πράξη. -Ρε παπούλη μισό, ο Θεός δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει, κάθεται και στεναχωριέται που τον παίζω? -Τώρα κατάλαβα γιατί πάμε κατά διαόλου... Ο παπάς συνέχισε να μου εξηγεί γιατί είναι κακό να παίζουμε με το σώμα μας και γιατί δεν πρέπει να βγαίνω με κορίτσια και να λέω ανέκδοτα με κακές λέξεις αλλά εμένα το βλέμα μου είχε καρφωθεί στο απέναντι τοίχο, όπου κάτι σκιές είχαν αρχίσει να παίζουν τρελά παιχνίδια...
Μέσα από το φως του κεριού και τις σκιές του τοίχου άρχισε να σχηματίζεται και να ξεπροβάλει η μορφή σου.. Πρώτα τα παχιά σου μπούτια και μετά το κορμί σου, το στήθος σου.. στην αρχή ήταν θαμπά αλλά μετά σιγουρεύτηκα ότι ήσουν εσύ.. απ'τα μακρυά σου μαύρα μαλλιά.. και εκείνο το βλέμμα... Και είχες στηριχτεί στον τοίχο και με κοιτούσες προκλητικά.. Και με κοιτούσες και έσταζες από αμαρτία.. Δάγκωνες το δάχτυλό σου και με κοιτούσες.. Φορούσες πολύ λίγα ρούχα και το βλέμμα σου ήταν πονηρό. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν ήσουν εσύ... Ίσως ήταν ο διάβολος.. Ο διάβολος είχε πάρει τη μορφή σου, και είχε έρθει να με πειράξει.. Όμως με το που σηκώθηκα να σε πλησιάσω, εξαφανίστηκες και στη θέση σου ο διακόπτης. Τον πάτησα σχεδόν μηχανικά και βρέθηκα στο δωμάτιό μου, μπροστά στον υπολογιστή μου. Είχε κατέβει όλη η δισκογραφία και οι τσόντες. Και έξω είχε ξημερώσει. Σύρθηκα στο κρεβάτι μου να κοιμηθώ, μιας και η μέρα μου φαίνεται αρκετά βαρετή αλλά και μήπως ξυπνήσω μέσα στη νύχτα κάποιου άλλου... Ίσως μέσα στη νύχτα τη δικιά σου.. Ίσως έρθω να στοιχειώσω το δικό σου σκοτεινό δώμάτιο, ίσως ξεπηδήσω μέσα από το δικό σου κεράκι και να τρέξω στα λακάκια που έχεις στην πλάτη σου... Και πόσο θα χαρώ αλήθεια να πεθάνω απ'τα χέρια σου, και να εξαφανιστώ στο φως, με το πάτημα ενός κουμπιού... Γιατί μέσα στο σκοτάδι όλα γίνονται.