Ο Κύκλος των Χαμένων Κορμιών

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

Η γυάλα

Έχεις πιασμένα τα μαλλιά, μα την ζωή σου όχι.
Απρόσιτη και αμέριμνη, στου κόσμου σου την χάρη.
Σκουλαρικάκι χίπικο, για τους μετρό απόχη,
και στον λαιμό σου πια φοράς, παράξενο φουλάρι.

Και ξάφνου εμφανίζεσαι, στης γυάλας μου το τζάμι,
μα το νερό σε θόλωσε , σε άλλαξε λιγάκι.
Και εγώ τώρα φορτώνομαι, το βάρος σου γιασμί,
και στο μυαλό μου τ’άραχνο, ψάχνω το κοριτσάκι.

Φτιάχνω το προσωπάκι σου, στην άκρη του μυαλού μου,
να με κοιτάζει άνετα , με βλέμμα χαμηλό.
Μονολογώ τα πράγματα με αντίπαλο τον νου μου,
μιας που κι αυτός οργίζεται , που εγώ σε λαχταρώ.

Αυτός σε θέλει άρρωστη, ύποπτη και φτηνή.
Και εγώ σε ερωτεύομαι γιατί ‘σαι σαν διαμάντι.
Ατόφια εγώ σε χαίρομαι , λουλούδι γιασεμί
κι εκείνος σε λιμπίζεται, έτοιμη για κρεβάτι.

Και τελικά μαλώνουμε, τα σπάσαμε γι’αυτό.
΄ Ο Θοδωρής τρελάθηκε , έβγαλε και μαχαίρι.. ΄
Γιατί σου το ορκίζομαι, αυτό αναζητώ.
Μονάχη κόρη της ζωής, και της δικής μου αστέρι.

Και αφού μαλώσαμε έφυγα, και ήρθα και σε βρήκα,
Και μεσ’την γυάλα κάναμε, βολτίτσα χέρι χέρι.
Στην διαδρομή μου τσίριζες, για πράγματα αστεία,
και εκεί αναζωπύρωνε η τρέλα μου για ταίρι.